δαντέλα

Λεπτότατο διαφανές πλέγμα από λινή, βαμβακερή, μεταξωτή ή χρυσή κλωστή. Σήμερα κατασκευάζονται δ. και από συνθετικές ίνες, νάιλον κλπ. Η λέξη δ. προέρχεται από το γαλλικό dentelle (με ετυμολογία από τη λέξη dent που σημαίνει δόντι) και καθιερώθηκε, επειδή ο πιο συνηθισμένος τύπος δ. είναι μία ταινία οδοντωτή από τη μία της πλευρά. Η δ. πλέκεται με βελόνα, βελονάκι ή κοπανέλια. Η δ. με βελόνα στην αρχή γινόταν πάνω σε ένα υφάδι έτοιμο από πριν και πολύ αραιό, το λεγόμενο κόσκινο. Αργότερα δουλευόταν σε ένα σχέδιο που ήταν συνήθως χαραγμένο σε περγαμηνή. Η δ. με βελονάκι παίρνει την ονομασία της από το γαϊτανάκι που χρησιμοποιείται κάθε φορά: γαϊτανάκι Βενετίας, Μπουράνο, Αλενσόν, Βρυξελλών κλπ. Για τη δ. με κοπανέλια (ή σε ειδικό μαξιλαράκι) ο τρόπος πλεξίματος είναι διαφορετικός. Το σχέδιο πλέκεται όλο μαζί και μετά χωρίζεται σε κομμάτια 10-20 εκ. Ύστερα χρησιμοποιούνται, με βάση το σχέδιο, τα κοπανέλια, δηλαδή μικρά ξυλαράκια από κερασιά στο μέγεθος ενός δαχτύλου, που λεπταίνουν στην άκρη όπου είναι δεμένο το νήμα. Η άκρη αυτής της κλωστής συγκρατείται με μία καρφίτσα καρφωμένη πάνω στο μαξιλαράκι, στο οποίο δουλεύεται η δ. Οι συνδυασμοί που γίνονται από τις τέσσερις κλωστές δημιουργούν ένα δίχτυ από δ.Για να πλεχτούν οι κλωστές πρέπει να περνά το ένα κοπανέλι από το άλλο. Η λεπτότητα της δ. ποικίλλει σε αυτή την περίπτωση ανάλογα με τον τύπο της κλωστής που χρησιμοποιείται, αλλά και από το μέγεθος που έχουν τα κοπανέλια. Ιστορία. Η δ. είναι το τελευταίο παρακλάδι της πανάρχαιας τέχνης της κεντητικής και το μόνο είδος κεντήματος που αποτελεί αυστηρά γυναικεία χειροτεχνία. Οι πρώτες δ. ανάγονται στο τέλος του 15ου αι. ως συνέπεια του νέου προσανατολισμού της μόδας στα πολύτιμα υφάσματα και στα κεντήματα, και έμειναν για πολλά χρόνια προνόμιο στο ντύσιμο των ευγενών και των ανθρώπων της αυλής. Η μόδα της δ. διαδίδεται έναν αιώνα αργότερα, με τους μεγάλους γιακάδες σε σχήμα στεφάνης που κατασκευάζονται από δ. κολαρισμένη. Η Βενετία γίνεται τότε το μεγάλο κέντρο παραγωγής δ. με βελονάκι (πασίγνωστη έγινε η τεχνική γαϊτανάκι στον αέρα) ενώ στη Φλάνδρα αναπτύσσεται η παραγωγή δ. με κοπανέλια. Τον 17o αι. οι γιακάδες και τα στολίδια στις ενδυμασίες των γυναικών και των ανδρών φτιάχνονται από πολύτιμες δ. Οι δ. με κοπανέλια, που γίνονται τώρα στη Γαλλία, έχουν τη μεγαλύτερη προτίμηση. Στα μικρά φορέματα, η δ. ράβεται στην άκρη του στριφώματος (όπως σήμερα) και στολίζει επίσης τα ιερά άμφια. Τα τραπεζομάντιλα, καθώς επίσης τα σεντόνια και οι μαξιλαροθήκες, στολίζονται συχνά με λεπτότατες μπορντούρες από βενετσιάνικες δ. Στη Γαλλία, όπου ο κόσμος εκτιμά ιδιαίτερα τις ιταλικές δ., για να προστατεύσουν την εγχώρια παραγωγή, ιδρύουν ένα κέντρο παραγωγής δ. Ο Ζαν Μπατίστ Κολμπέρ φιλοξενεί γύρω στο 1665 στον πύργο του κοντά στην Αλενσόν της Νορμανδίας περίπου τριάντα εργάτριες που αρχίζουν να πλέκουν δ. σύμφωνα με τις προτιμήσεις των Γάλλων. Η νέα δ., γνωστή ως γαϊτανάκι της Αλενσόν, γνωρίζει τεράστια επιτυχία και έχει επίσης την υποστήριξη του Λουδοβίκου ΙΔ’, με αποτέλεσμα οι βιοτεχνίες να πολλαπλασιαστούν γρήγορα. Τον 18o αι., η δ., ενώ διατηρεί τη θέση της στη γυναικεία μόδα, στην ανδρική μόδα περιορίζεται στη γραβάτα ή διακοσμεί μανσέτες και μαντίλια. Η μόδα της εποχής απαιτεί επίσης από τα παιδιά των ευγενών να φορούν ακόμα και ποδιά ολόκληρη από δ. Έναν αιώνα αργότερα το κομψό ένδυμα εξακολουθεί να καταφεύγει ευρύτατα στη χρήση της δ., τα πρωτεία της οποίας κρατά πλέον η Ιταλία. Στον 19o αι., η δ. θριαμβεύει παρά το υψηλό κόστος της· στολίζει εσάρπες, φορέματα, γιακάδες, ομπρέλες, μανίκια και μαντιλάκια. Τα νυφικά πέπλα από δ. περνούν από γενιά σε γενιά. Στις αρχές του 20ού αι., η έλλειψη εργατικών χεριών κάνει τη δ. –που χρησιμοποιείται ακόμα ευρύτατα– πολύ δαπανηρή και η παραγωγή δεν επαρκεί στις απαιτήσεις της αγοράς. Γίνονται λοιπόν οι πρώτες απόπειρες μηχανοποίητης δ. και αργότερα, με το πέρασμα των χρόνων, ανθίζει σε όλη την Ευρώπη μια βιομηχανία δ. κυρίως για το στόλισμα των γυναικείων εσωρούχων. Σήμερα, η δ. διατηρεί τα χαρακτηριστικά της ως πολύτιμο διακοσμητικό στοιχείο, αλλά χρησιμοποιείται λιγότερο. Στην Ελλάδα, η λεπτεπίλεπτη αυτή χειροτεχνία διαδόθηκε από τα καθολικά γυναικεία μοναστήρια των ελληνικών νησιών και συνδέθηκε ευρύτατα με τον στολισμό της ελληνικής ενδυμασίας και του οικιακού ρουχισμού, ιδιαίτερα του νησιώτικου. Οι γνησιότεροι και αντιπροσωπευτικότεροι τύποι ελληνικής δ. είναι η αρατζιδέλα και η μπιμπίλα. Η πρώτη είναι μάλλον στενή ενδιάμεση (entre-deux) δ. που πλέκεται με τη βελόνα και με τη λευκή μεταξωτή κλωστή. Στην κατασκευή της ιδιαίτερη επίδοση έδειξαν οι γυναίκες της Σκύρου και ο σκυριανός ρουχισμός διασώζει τα ωραιότερα δείγματά της. Εξαιρετικά ωραίες είναι οι αρατζιδέλες που στολίζουν τα γιορτινά μεταξωτά πουκάμισα των τσελιγκάδων της Σκύρου. Η μπιμπίλα γνώρισε πανελλήνια διάδοση και χρησιμοποιήθηκε ευρύτατα για να στολίσει τα κεφαλομάντιλα και τα γυναικεία πουκάμισα στην τραχηλιά και στα μανίκια. Είναι στενή δ. με ευθύγραμμη την πλευρά που ράβεται στο ύφασμα (ούγια) και οδοντωτή ή ανθεμωτή την άλλη που μένει ελεύθερη. Πλέκεται και αυτή με τη βελόνα και με λευκή ή χρωματιστή μεταξωτή κλωστή και είναι από τα λεπτότερα δείγματα της γυναικείας χειροτεχνίας. Δύο άλλοι τύποι ελληνικής δ. είναι εκείνη που πλέκεται με τα κοπανέλια και η λεγόμενη χυτή, που πλέκεται με τα δάχτυλα, χωρίς τη βοήθεια οποιουδήποτε οργάνου. Χαρακτηριστικές είναι οι πλατιές χρυσές κοπανελιαστές δαντέλες της Σαλαμίνας και οι χυτές της Ανάφης. Η μπιμπίλα είναι αντιπροσωπευτικός τύπος ελληνικής δαντέλας. Τα κοπανέλια, οδηγούμενα από έμπειρα χέρια, συνθέτουν με εξαιρετική ταχύτητα τα πιο πολύπλοκα σχέδια δαντέλας. Δαντέλα της Μπριζ, δουλεμένη με κοπανέλια. Οι δαντέλες της βελγικής αυτής πόλης έχουν παλαιά παράδοση και μεγάλη αξία. Δαντέλα του Μπουράνο με βελονάκι.
* * *
και νταντέλα και ταντέλα, η
διαφανές πλέγμα από λεπτές κλωστές πλεγμένες σε επαναλαμβανόμενα διακοσμητικά σχέδια. [ΕΤΥΜΟΛ. < γαλλ. dentelle].

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • δαντέλα — [дантела] ουσ. θ. кружево …   Λεξικό Ελληνικά-ρωσική νέα (Греческо-русский новый словарь)

  • δαντέλα — η (λ. γαλλ.), πλεχτό με επαναλαμβανόμενα διακοσμητικά σχέδια, από λεπτή κλωστή βαμβακερή ή μετάξινη που χρησιμοποιείται ως στόλισμα ρούχων, κουρτινών κτλ.: Οι χειροποίητες δαντέλες είναι δυσεύρετες και πανάκριβες …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • Σποράδες — Έτσι ονομάζονταν στην αρχαιότητα τα κατασπαρμένα νησιά του Αιγαίου, του Κρητικού και του Καρπάθιου πελάγους, σε αντίθεση προς το νησιωτικό κύκλο, που περιέκλειε τη Δήλο. Στα νεώτερα χρόνια είχε επικρατήσει να ονομάζονται Ανατολικές Σ. τα κατά… …   Dictionary of Greek

  • γκιπούρ — το 1. δαντέλα από κλωστή ή μετάξι, χωρίς φόντο, με μεγάλους πόντους 2. δικτυωτό ύφασμα, απομίμηση δαντέλας που χρησιμοποιείται για κουρτίνες και στορ 3. σχέδιο που θυμίζει τη δαντέλα γκιπούρ. [ΕΤΥΜΟΛ. < γαλλ. guipure] …   Dictionary of Greek

  • ενδυμασία — Το σύνολο των αντικειμένων –οποιουδήποτε υλικού ή τρόπου κατασκευής– που χρησιμοποιεί ο άνθρωπος για να ντύνεται και να στολίζεται. Για πολύ καιρό, ιδιαίτερα σε περιοχές τις οποίες ευνοούσε το θερμό κλίμα, οι άνθρωποι δεν ένιωθαν την ανάγκη να… …   Dictionary of Greek

  • κοπανάκι — Μεγάλος ημιορεινός οικισμός (υψόμ. 190 μ., 1.439 κάτ.) στην πρώην επαρχία Τριφυλίας του νομού Μεσσηνίας. Βρίσκεται στο βορειοδυτικό τμήμα του νομού, 47 χλμ. ΒΔ της Καλαμάτας. Αποτελεί έδρα του δήμου Αετού. * * * και κοπανέλλι, το 1. καθένα από τα …   Dictionary of Greek

  • δαντελένιος, -ια, -ιο — 1. φτιαγμένος από δαντέλα ή στολισμένος με δαντέλα: Δαντελένιο τραπεζομάντιλο. 2. πολύ λεπτός, ντελικάτος …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • βολάν — το 1. ο τροχός περιστροφής στο τιμόνι του αυτοκινήτου 2. (σε γυναικεία και παιδικά ενδύματα) διακοσμητική ταινία από ύφασμα ή δαντέλα, ιδίως στο κάτω μέρος της φούστας. [ΕΤΥΜΟΛ. Ξεν. όρος < γαλλ. volant] …   Dictionary of Greek

  • δαντελωτός — ή, ό 1. όποιος είναι στολισμένος με δαντέλες ή όποιος μοιάζει με δαντέλα («δαντελωτό φόρεμα») 2. όποιος έχει περίγραμμα ίδιο με την οδοντωτή πλευρά τής δαντέλας, κυματοειδής («δαντελωτά ακρογιάλια») …   Dictionary of Greek

  • ζαμπό — το (ενδυμ.) διακοσμητικό κομμάτι από μουσελίνα ή από δαντέλα, που στόλιζε άλλοτε το ανδρικό πουκάμισο στο στήθος ή, που σχηματίζοντας σούρα ή πλισέ, προσαρμοζόταν στο πλαστρόν τών γυναικείων φορεμάτων. [ΕΤΥΜΟΛ. < γαλλ. jabot] …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.